κυνικός

κυνικός
3 кинический, приличный кинику

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "κυνικός" в других словарях:

  • κυνικός — dog like masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυνικός — ή, ό (AM κυνικός, ή, όν) [κύων] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται ή αρμόζει σε σκύλο ή μοιάζει με σκύλο («τὸ κυνικὸν καὶ θηριῶδες τῶν ὀρέξεων κατέχειν», Πλούτ.) 2. αυτός που προέρχεται από τον αστερισμό τού Κυνός («κυνικά καύματα») 3. αυτός που… …   Dictionary of Greek

  • κυνικός — [киникос] εκ. циничный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • κυνικός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο σκυλί, ο σκυλίσιος. 2. αυτός που ανήκε στη φιλοσοφική σχολή του σωκρατικού Αντισθένη, που είχε ονομαστεί «κυνική». 3. αναιδής, αισχρός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Κυνικὸς θάνατος. Παρόσον οἱ κύνες οὐ θαπτονται. — См. Собаке собачья смерть …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • κυνικά — κυνικός dog like neut nom/voc/acc pl κυνικά̱ , κυνικός dog like fem nom/voc/acc dual κυνικά̱ , κυνικός dog like fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυνικώτερον — κυνικός dog like adverbial comp κυνικός dog like masc acc comp sg κυνικός dog like neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυνικῶν — κυνικός dog like fem gen pl κυνικός dog like masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυνικόν — κυνικός dog like masc acc sg κυνικός dog like neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Τέλης — Κυνικός φιλόσοφος του 3ου αι. π.Χ. από τα Μέγαρα. Έγραψε: Περί του μη είναι τέλος ηδονήν, Περί αυτάρκειας, Περί φυγής, Περί πλούτου και αρετής, Περί περιστάσεων κ.ά. Τα αποσπάσματα των έργων του που σώθηκαν, εκδόθηκαν από τον Γερμανό ελληνιστή Ο …   Dictionary of Greek

  • κυνικαῖς — κυνικός dog like fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»